ΔΑΚΡΥΣΕ
ΚΑΙ Ο ΗΛΙΟΣ…

Σάββατο, Ιούλιος 22, 2017

 

 

 

Δείχνει σαν να μην θέλει πια να βλέπει
τα τερατώδη ΑΝΘΡΩΠΙΝΑ
εγκλήματα στη Φύση για το χρήμα 

 

 

Η μαύρη κηλίδα του-ΥΠΕΡΒΟΜΒΑ
κατά της Γης,
δηλώνουν φοβισμένοι οι επιστήμονες


 

 Η ανακάλυψη μίας τεράστιας κηλίδας, διαμέτρου 75.000 μιλίων, στην επιφάνεια του Ήλιου που απειλεί με «μπλακάουτ» τους δορυφόρους και τις επικοινωνίες στη Γη, ανακοίνωσαν οι επιστήμονες, εκφράζοντας την εντονότατη ανησυχία τους για το μέγεθος του φαινομένου.

 

Η κηλίδα εντοπίστηκε την περασμένη εβδομάδα, ωστόσο το φαινόμενο εξακολουθεί να βρίσκεται σε εξέλιξη. Οι επιστήμονες κάνουν λόγο για μία τεράστια τρύπα, η οποία είναι ορατή από τη Γη και όμοιά της σπάνια έχει παρατηρηθεί κατά τα χρόνια της εξερεύνησης του Διαστήματος.

 

Οι επιστήμονες υποστηρίζουν ότι είναι τόσο μεγάλο το φαινόμενο, που είναι ικανό να προκαλέσει την απενεργοποίηση των δορυφόρων, την πτώση των επικοινωνιών και μία τεράστια καταιγίδα ακτινοβολίας που θα πλήξει τη Γη.

 

Μία τέτοια καταιγίδα θα μπορούσε να δημιουργήσει εκπληκτικές, μοναδικές αύρες σε όλον τον κόσμο, με χρωματισμούς που όμοιούς τους δεν έχει δει ο άνθρωπος, στον ουρανό, αλλά παράλληλα μπορεί και να προκαλέσει χάος στα ηλεκτρικά και ηλεκτρονικά δίκτυα, σε πολλές περιοχές του πλανήτη, τόνισε ένας εκ των επιστημόνων της NASA που παρακολουθεί το φαινόμενο.

 

Και πρόσθεσε:

«Μια νέα ομάδα ηλιακών κηλίδων έχει περιστραφεί και φαίνεται ότι αναπτύσσεται αρκετά γρήγορα».

 

Ιστορικά οι πρώτες αναφορές στις ηλιακές κηλίδες έγιναν από Κινέζους αστρονόμους το 28 π.Χ.. Μία μεγάλη ηλιακή κηλίδα παρατηρήθηκε την εποχή του θανάτου του Καρλομάγνου, το 813 μ.Χ..

 

Στις 17 Μαρτίου 807 ο Βενεδικτίνος μοναχός Άντελμος είδε μία μεγάλη κηλίδα που ήταν ορατή επί οκταήμερο. Ο Άντελμος νόμισε ότι παρατηρούσε τον πλανήτη Ερμή να περνά μπροστά από τον Ήλιο, δηλαδή μια διάβαση του Ερμή.

 

Ο Αβερρόης περιέγραψε επίσης ηλιακές κηλίδες τον 12ο αιώνα. Ωστόσο, αυτές οι προ-τηλεσκοπικές παρατηρήσεις ερμηνεύονταν λανθασμένα, μέχρι που ο Γαλιλαίος έδωσε τη σωστή εξήγηση το 1612.

 

Οι πρώτες τηλεσκοπικές παρατηρήσεις ηλιακών κηλίδων πάντως έγιναν από τους Φλαμανδούς αστρονόμους Γιοχάνες και Δαβίδ Φαμπρίκιους και τον Άγγλο Τόμας Χάρριοτ στα τέλη του 1610. Ο Δ. Φαμπρίκιους μάλιστα δημοσίευσε και μία περιγραφή τους τον Ιούνιο 1611.

 

Την εποχή που ο Γαλιλαίος έδειχνε τις κηλίδες με το τηλεσκόπιό του σε αστρονόμους στη Ρώμη, ο Κριστόφ Σάινερ τις παρατηρούσε ήδη επί δύο ή τρεις μήνες. Η διαμάχη σχετικά με την ανακάλυψή τους μεταξύ του Γαλιλαίου και του Σάινερ που επακολούθησε, καθώς κανείς τους δεν γνώριζε τη δημοσίευση του Φαμπρίκιους ήταν έτσι χωρίς νόημα.

 

Οι ηλιακές κηλίδες διαδραμάτισαν κάποιο ρόλο στη συζήτηση για τη φύση του Ηλιακού Συστήματος, αφού χάρη σε αυτές ανακαλύφθηκε η περιστροφή του Ηλίου περί τον άξονά του, ενώ η παροδική τους εμφάνιση απεδείκνυε ότι η ηλιακή επιφάνεια μεταβαλλόταν, αντίθετα με τις απόψεις του Αριστοτέλη. Οι λεπτομέρειες της φαινόμενης κινήσεώς τους μπορούσαν να εξηγηθούν άμεσα μόνο με το ηλιοκεντρικό σύστημα.

 

Η περιοδική διακύμανση του αριθμού των ηλιακών κηλίδων ανακαλύφθηκε από τον Γερμανό αστρονόμο Χάινριχ Σβάμπε μεταξύ του 1826 και του 1843, πράγμα που οδήγησε τον Ρούντολφ Βολφ στη διεξαγωγή συστηματικών παρατηρήσεων από το 1848.

 

Ο λεγόμενος αριθμός Wolf είναι ένα μέτρο της δραστηριότητας των κηλίδων και των ομάδων τους. Ο Βολφ μελέτησε επίσης τα ιστορικά αρχεία σε μια προσπάθεια να δημιουργήσει μία βάση δεδομένων για τις περιοδικές διακυμάνσεις του παρελθόντος.

 

Η βάση του εκτεινόταν μόνο ως το 1700, παρότι οι τεχνικές για προσεκτικές ηλιακές παρατηρήσεις υπήρχαν ήδη από το 1610. Ο Γκούσταφ Σπέρερ (Gustav Spörer) ανακάλυψε αργότερα μία εποχή διάρκειας 70 ετών πριν το 1716 κατά την οποία δεν εμφανίζονταν σχεδόν καθόλου κηλίδες, ως την αιτία της αδυναμίας του Βολφ να επεκτείνει το αρχείο του.

 

Το 1934 ο οικονομολόγος Γουίλιαμ Στάνλεϋ Τζέβονς πρότεινε ότι υπάρχει μία σχέση ανάμεσα στις ηλιακές κηλίδες και στις περιοδικές οικονομικές κρίσεις, υποστηρίζοντας ότι οι κηλίδες επηρεάζουν τον γήινο καιρό και εξαιτίας αυτού και τις σοδειές με την οικονομία.

 

Ο Έντουαρντ Μώντερ πρότεινε αργότερα ότι μία περίοδος κατά την οποία οι κηλίδες είχαν σχεδόν εξαφανισθεί ακολουθήθηκε από μία επανέναρξη του ενδεκαετούς κύκλου τους το 1700.

 

Προσεκτικές μελέτες επαλήθευσαν ότι αυτή η έλλειψη ήταν πραγματική και δεν οφείλεται σε ανυπαρξία παρατηρησιακών δεδομένων, αφού υπήρχαν αναφορές αρνητικών παρατηρήσεων.

 

Η απουσία των κύκλων ηλιακής δραστηριότητας φαίνεται και από την απουσία βόρειου σέλαος κατά την ίδια περίοδο, η οποία ονομάσθηκε «Ελάχιστο Μώντερ» (1645-1717), παρότι όπως είδαμε ανακαλύφθηκε πρώτα από τον Spörer.

 

Από το 1991 το Βασιλικό Αστεροσκοπείο του Βελγίου φιλοξενεί το Παγκόσμιο Κέντρο Δεδομένων για τον «Δείκτη Ηλιακών Κηλίδων».